ἐρευνήτρια

ἐρευν-ήτρια, , fem. of foreg., Corn.ND10.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐρευνήτριαι — ἐρευνήτρια fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερευνητής — ο θηλ. ερευνήτρια (AM ἐρευνητής, θηλ. ἐρευνήτρια* Α και ἐρευνητήρ, ο) [ερευνώ] αυτός που ερευνά, που εξετάζει, ο εξεταστής νεοελλ. 1. ο μελετητής (α. «ερευνητής ψυχολογικών φαινομένων» β. «ερευνητής μεσαιωνικής ιστορίας») 2. (φωτογρ.) εξάρτημα… …   Dictionary of Greek

  • Κρανάκη, Μιμίκα — (Λαμία 1922 –). Νομικός, φιλόλογος και λογοτέχνης. Σπούδασε νομικά και πολιτικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, μουσική στο Ωδείο Αθηνών και συνέχισε τις σπουδές της στη φιλοσοφική σχολή του πανεπιστημίου της Σορβόνης, όπου αναγορεύθηκε… …   Dictionary of Greek

  • Κρίστεβα, Γιούλια — (Julia Kristeva, Σλίβνο, Βουλγαρία 1941 –). Γαλλίδα ψυχαναλύτρια, φιλόσοφος και κριτικός λογοτεχνίας, βουλγαρικής καταγωγής. Αρχικά σπούδασε γλωσσολογία στη Βουλγαρία, ενώ το 1966 συνέχισε τις σπουδές της στο Collège de France, στο Παρίσι.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.